Oι Black Dice είναι μέλη της σκηνής της Providence (μιας πόλης στο Rhode Island των Ηνωμένων Πολιτειών) που συμπεριλαμβάνει μπάντες όπως οι Lightning Bolt, οι Mindflayers και οι Arab On Radar. Τη σκηνή αυτή χαρακτηρίζει ένα post-harcore ύφος που μπολιάζεται με κάθε είδους avant-garde, noise και improvisation στοιχεία.
Η δισκογραφία των Black Dice ξεκινά στη γνωστή underground HxC εταιρεία Gravity όπου οι φίλοι μας κυκλοφορούν το παρθενικό τους 7". Μετά από ορισμένες κυκλοφορίες λυσσαλέου hardcore - noise - rock στην επίσης ονομαστή Troubleman, η DFA υπογράφει τους Black Dice και κυκλοφορεί το Beaches and Canyons, το οποίο σηματοδοτεί για το σχήμα τεράστια μεταμόρφωση : Οι μέρες του θορύβου δείχνουν να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και καθώς φαίνεται ένα νέο και δημιουργικό κεφάλαιο ανοίγει για τη μπάντα.
Αυτό που έδειχνε να συνιστά μια παροδική απόπειρα πειραματισμού στο παλιότερο Cold Hands (ep), εδραιώνεται πλέον ως κυρίαρχη τάση στο Beaches and Canyons. Tα ατονικά ξεσπάσματα των υπέρ-παραμορφωμένων κιθάρων, τα άγρια, σχεδόν black metal, φωνητικά, οι εκκωφαντικοί μικροφωνισμοί των ενισχυτών, όλα αυτά έχουν δώσει τη θέση τους σε μια εκπληκτικά δομημένη ατμοσφαιρική μουσική, φτιαγμένη εξ΄ολοκλήρου από κιθάρες, μπάσα, αναλογικές γεννήτριες ηλεκτρονικών ήχων, drums, και η οποία χαρακτηρίζεται από την ολοκληρωτική απουσία samplers η keyboards. O ήχοε είναι "οργανικός", ζωντανός θα΄λεγε κανείς. Tribal ρυθμοί οδηγούν τις συνθέσεις προς ια σχεδόν ανεξερεύνητη περιοχή ενώ κύματα από pedal effects και electronics πλάθουν ένα εξωτικό ηχοτοπίο ανείπωτης ομορφιάς καθώς αναμιγνύονται μεταξύ τους (επιπροστίθενται το ένα στο άλλο, και διεισδύουν το ένα εντός του άλλου). Tο εναρκτήριο Seabird μας μεταφέρει σε κάποια παραλία του Ειρηνικού το έτος 3000 μ.Χ. όπου μεταλλικά θαλασσοπούλια κελαηδουν πετώντας πάνω από μια μαύρη, σχέδον αφύσικα σκοτεινή θάλασσα. Το πλέον περιγραφικό ως τίτλος Things Will Never be the Same ξεκινά το ταξίδι σ΄ένα πεδίο αστρικής ambience για να εξυψωθεί σταδιακά σε μια drone ελεγεία που θα ζήλευαν ακόμα και οι Tangerine Dream η οι Cluster (των πρώτων δίσκων αμφότεροι). Το Dream is Going Down" που ακολουθεί μοιράζεται τις ίδιες ιδέες και φορμές με το αριστούργημα του Fennesz "Endless Summer" : ένα μίγμα εύπλαστου θορύβου τυλιγμένου σ΄ένα ευγενικό και θερμό πέπλο ήχων προηγείται ενός αναπλασμένου παραδοσιακού ινδικού ιντερλούδιου (όπως ακούγεται σ΄εμένα τουλάχιστον) και οι Black Dice μας προσφέρουν μια ακόμη απίστευτη σύνθεση. Τα τελευταία δύο tracks, Endless Happiness και Big Drop, συνολικής διάρκειας 32 λεπτών (15 και 17 λεπτών αντίστοιχα), συμπληρώνουν το οργιαστικό και συνάμα εκστατικό ταξίδι του Beaches and Canyons. To να τα αποκαλέσει κανείς απλώς ψυχεδελικά θα συνιστούσε τεράστια αδικία. Όσα λαμβάνουν χώρα κατα τη διάρκεια αυτού του μισάωρου είναι πέρα από λεκτικούς χαρακτηρισμούς. Ο αέρας πλημμυρίζει κυριολεκτικά από απόκοσμη μουσική που άλλοτε σε παρασέρνει αμαχητί σε μια βαθύτατα θρησκευτική ύπνωση και άλλοτε σε σπρώχνει βίαια σ΄έναν θορυβώδες ορυμαγδό, σε μια πρωτόγονα άγρια mantra από επαναλαμβανόμενα effects και σταθερό drumming που άνετα θα μπορούσε να ακούγεται αε κάποιο album των Sonic Youth, αν οι τελευταίοι λησμονούσαν προς στιγμή τις ροκ καταβολές τους και επιδίδονταν σε ακραιφνώς διαλογιστική, σταδιακής κορύφωσης, αποκρυφιστική μουσική.
Για όσους ακόμα δεν κατάλαβαν, ο δίσκος αυτός είναι ίσως ό,τι καλύτερο και συναρπαστικότερο είχε να επιδείξει η περσινή χρόνια στον γενικότερο experimental χώρο. Χαoτικό εκ πρώτης άποψης, το Beaches and Canyons είναι εντούτοις ένα οργανώμενο, τέλεια δομημένο. εκπληκτικά εκτελεσμένο και - το κυριότερο - απίστευτα εμπνευσμένο μουσικό έργο της νέας χιλιετίας. Χαθείτε μέσα στον αφιλόξενο αλλά ταυτόχρονα επιβραβεύων κόσμο του... (Kώστας Παπαθανασίου)

