
Branches : Branches (Contraphonic)__________________
Για τους γνώστες της μουσικής γεωγραφίας των Ηνωμένων Πολιτειών, το Σικάγο κατείχε από παλιά περίοπτη θέση στο top-5 των πόλεων που καθόριζαν τις μουσικές εξελίξεις. Αν και υστερούσε όσον αφορά το hype σε σχέση με τη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, η πολυσυλλεκτικότητα, η εγκεφαλικότερη προσέγγιση της μουσικής δημιουργίας και η διάθεση για εξερεύνηση των ορίων της μουσικής, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη σκηνή της "Πόλης των Ανέμων", υπήρξαν πόλοι έλξης για πολλούς ανήσυχους μουσικούς από διάφορα μέρη της χώρας. Κάπως έτσι ξεκινάει και η ιστορία των Branches με τα τρία μέλη (John Byce, Ben Schulman, Seth Bohn) του συγκροτήματος να συναντιούνται στους κόλπους της ίδιας δισκογραφικής εταιρίας και, παρά το γεγονός ότι οι μουσικές τους αφετηρίες διέφεραν αρκετά, βρέθηκαν να παίζουν μαζί και να οργώνουν τα club του Σικάγο, ανοίγοντας για ονόματα όπως οι Adam Green και οι High Llamas.
Η ποικιλία είναι αυτή που χαρακτηρίζει τον ήχο του γκρουπ, αφού κάθε μέλος έχει συνεισφέρει τις δικές του συνθέσεις, αλλά και οι εναλλαγές στα όργανα και τις φωνές είναι αρκετά συχνές από τραγούδι σε τραγούδι. Έτσι γίνεται και αρκετά δύσκολο να χαρακτηρίσεις τον ήχο των Branches αφού αυτός διαφοροποιείται ανάλογα με τον συνθέτη του εκάστοτε τραγουδιού. Το ομώνυμο αυτό πρώτο άλμπουμ τους ξεκινά με το post-rock instrumental "Do You Remember", θυμίζοντας τον ήχο που με αφετηρία το Σικάγο κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος της ανεξάρτητης σκηνής τα τελευταία χρόνια. Η συνέχεια όμως κάθε άλλο παρά σε post-rock ηχοτοπία κινείται. Αν μάλιστα χωρίσουμε τα κομμάτια βάσει του μέλους που τα συνέθεσε, προσωπική μου προτίμηση είναι ο Seth Bohn και τα δύο pop κομψοτεχνήματα "Pick Up Game" και "(Save It For A) Cold And Rainy Day", με τα τόσο χαρακτηριστικά παιχνιδίσματα μεταξύ κιθάρας και μπάσου, ενώ και τα φωνητικά του αποπνέουν μια αίσθηση καλοκαιρινής φρεσκάδας και στέκουν σαφώς ένα σκαλί πιο πάνω από τα vocals των άλλων δύο. Και απ΄τους τρεις πάντως τη μερίδα του λέοντος κατέχει ο Ben Schulman, που εκφράζει την πιο rock μουσικά και την πιο κυνική στιχουργικά πλευρά του σχήματος. Δεν είναι μάλλον τυχαίο που ο βασισμένος στο ξυλόφωνο ήχος του "Tame", το οποίο θυμίζει παιδικό τραγουδάκι, συνοδεύεται από ιδιαίτερα "μαύρους" στίχους, το επόμενο "Dust Grits" νομίζεις ότι ξεθάφτηκε από κάποιο συρτάρι των Wilco (έχουν εξάλλου και τον ίδιο παραγωγό), ενώ τα υπόλοιπα είναι κλασσικά δείγματα indie-rock που διακρίνονται για το εκλεπτυσμένο χιούμορ των στίχων. Τέλος, ο drummer John Byce συμμετέχει με δύο κομμάτια που καθιστούν ευδιάκριτο το jazz παρελθόν του, αφού είναι και τα πιο πειραματικά, με ηχητικά θραύσματα θορύβου να υπονομεύουν τη μελωδία.
Εν κατακλείδι, το cd είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και δίνει αρκετές υποσχέσεις για το μέλλον. Τα μόνα αρνητικά σημεία έγκεινται στο γεγονός ότι αισθάνεσαι ορισμένες στιγμές πως το αποτέλεσμα προκύπτει απ΄την άθροιση της δουλειάς τριών σόλο μουσικών και όχι ενός συγκροτήματος, καθώς και ότι η μουσική κατεύθυνση προς την οποία θέλουν να κινηθούν είναι ασαφής με την μπάντα να δοκιμάζει τις δυνάμεις της σε διάφορα είδη. Ας ελπίσουμε ότι η προσθήκη του πολυοργανίστα Tim Joyce, αλλά και ότι τα μέλη του γκρουπ έχον πλέον περάσει μαζί περισσότερο χρόνο, τους βοηθήσει μα αποσαφηνίσουν την κατεύθυνση στην οποία θέλουν να κινηθούν ώστε να επαληθεύσουν στη δεύτερη προσπάθεια τους τις προσδοκίες που γέννησε το ντεμπούτο τους. (02/09/2005) (Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος)
