

Chevreuil - Chateauvallon / Sport (W. Ottonecker/ RuminanCe)______________________________________
Ζόρικη περίπτωση αυτή των Γάλλων Chevreuil και ειλικρινά αγνοώ ποιός θα΄ταν ο ιδανικότερος τρόπος να διεισδύσετε στο κλίμα της μουσικής τους. Προκειμένου αυτή να σας αποκαλύψει τα μυστικά της, απαιτείται σίγουρα επικεντρωμένη προσοχή και όχι επιφανειακές ακροάσεις που συνοδεύουν παράπλευρες δραστηριότητες. Αποφύγετε πάντως κατά προτίμηση να ακούσετε κάποιον απ΄τους δίσκους τους το βράδυ για να απορροφήσει τους συναισθηματικούς κραδασμούς μιας δύσκολης μέρας, γιατί μάλλον θα χρειαστεί να καλέσετε τα επείγοντα ψυχιατρικά περιστατικά...
Κατ΄αντιστοιχία με τους επίσης Γάλλους math-rock ριζοσπάστες Cheval De Frise, που στεγάζονται και στο ίδιο label, οι Chevreuil ορθώνουν το αλλοπρόσαλλο ηχητικό οικοδόμημά τους στα θεμέλια ενός σετ τυμπάνων και μιας κιθάρας. O ήχος της τελευταίας υφίσταται την επεξεργασία πολυποίκιλλων pedals, ενώ δεν υπάρχουν φωνητικά, και ομολογώ ότι αδυνατώ να φανταστώ πώς θα μπορούσαν να τα στριμώξουν κάπου όταν κιθάρες και ντραμς συμπτωματικά μόνο θαρρείς πως συγχρονίζονται πού και πού. Η ποιότητα των προηγούμενων δίσκων τους, Sport και Ghetto Blaster, φαίνεται πως έπεισε τον Albini να επιληφθεί της παραγωγής του τρίτου πονήματός τους Chateauvallon που ηχογραφήθηκε στο Σικάγο - κινούνται άλλωστε σε ύφος συναφές προς έργα στα οποία ενεπλάκη και εσχάτως το όνομα του Αμερικανού ως παραγωγού (βλ. π.χ. The Desert Fathers). Την ταυτότητα πάντως του σχήματος αποκρυσταλλώνει η αναφορά επιρροών όπως αυτή των πιο ορθόδοξων post-rockers Chavez, ενώ και η ατμοσφαιρικότητα πολλών κομματιών φέρει στοιχεία απ΄τον ήχο της Constellation. H στερεοτυπική, δίκην λούπας, επανεμφάνιση κιθαριστικών μοτίβων ανακαλεί αραιά και πού μνήμες από kraut-rock, το σχήμα πάντως αποδύεται κυρίως σε μια επιχείρηση θορυβοειδούς κατακερματισμού των κυρίαρχων επί ηχητικής δομής εννοιών, με ευπρεπή, πλην όχι συγκλονιστικά, αποτελέσματα. Τα δύο όργανα λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους, στο μέτρο όπου στις συχνά ρευστές κιθαριστικές συγχορδίες αντιπαρατίθεται ένα drumming χωρίς καμπύλες, δύσκαμπτο και κρουστικό.
Το επανακυκλοφορήσαν ντεμπούτο τους Sport δεν διαφοροποιείται ριζικά απ'το Chateauvallon, εξάλλου δεν μεσολάβησε μεγάλο διάστημα μεταξύ της κυκλοφορίας τους : αφαιρετικότητα, δαιδαλώδεις αναπτύξεις, κομμάτια παραβιάζοντα κατά βούληση τα σύνορα του ελεύθερου ροκ αυτοσχεδιασμού είναι στοιχεία που οριοθέτησαν ευθύς εξαρχής τον χώρο στον οποίο προτίθετο να δράσει το ντουέτο.
Δεν στερούνται ενδιαφέροντος οι δύο αυτές κυκλοφορίες, πιστεύω πάντως ότι θα επέλθει αναπόδραστα κορεσμός αν οι Chevreuil δεν απεγκλωβιστούν γρήγορα απ΄τα υφολογικά πλαίσια στα οποία κινούνται. Ή αν δεν δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στα μελωδικά θέματα, κάτι που, εν τελευταία αναλύσει, φαντάζει στην περίπτωση τους ακόμη περισσότερο αναγκαίο... (15/04/2004) (Γιάννης Γεωργακούδης)
