
Βλέποντας τον τίτλο του δίσκου των Cleaner ένιωσα την αναμενόμενη αγαλλίαση που επιφέρει κάθε φορά η συνάντηση μου με μουσικούς εκπροσώπους της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου, πριν ακόμη ακούσω την ίδια τη μουσική ! Είναι φυσιολογικό για τον καθένα μας να έχει τα κολλήματα του, αλλά οφείλω να αναγνωρίσω πως σε περιπτώσεις όπως τούτη εδώ δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος.
Για να μη μακρυγορώ όμως, ας μπούμε στην ουσία : οι ήχοι του πρώτου και άτιτλου track του δίσκου με ξάφνιασαν, γιατί από Ιάπωνες φίλους μου έχω μάθει να περιμένω ανά πάσα στιγμή ό,τι πιο στριφνό και παράξενο και στην περίπτωση του Shikisai Tenkan η έκπληξη ήταν μάλλον αρνητική, καθώς δεν περίμενα ένα ημι-ηλεκτρονικό post-rock ιντερλούδιο κατά τα Mogwai πρότυπα των γλυκών, επαναλαμβανόμενων και κυκλωτικών κιθαριστικών φράσεων μαζί μ΄ένα ευγενικό drum machine να καθοδηγεί το track αργά και ανάλαφρα. Οι Mogwai είναι καλύτεροι σ΄αυτό που κάνουν, θα τολμούσα δε να πω ότι είναι οι μόνοι καλοί ! Όλοι οι υπόλοιποι μου φαίνονται ανέμπνευστες αντιγραφές ενός πιασάρικου και μοδάτου πια ήχου. Το "No Title" των Γιαπωνέζων -τίποτα συνταρακτικό ως σύνθεση και ταυτόχρονα συνήθες ως επιλογή για starter δίσκου- εμπίπτει σ΄αυτήν την κατηγορία και κάθε άλλο παρά μου τόνωσε το ενδιαφέρον για τη συνέχεια της ακρόασης.
Μηδένα προ του τέλους μακάριζε όμως, όπως λέγανε και οι αρχαίοι ημών προγόνοι : Το "Hai" που αντιστοιχεί στο track 2 του cd ουσιαστικά ακυρώνει την όποια απόπειρα δημιουργίας ατμόσφαιρας του προηγηθέντος εναρκτήριου κομματιού, καθώς αφήνει να ξεχυθεί έναν βίαιο ηχητικό ορυμαγδό. Ένας επιτηδευμένα lo-fi συνδυασμός hardcore punk και math-rock στις κιθάρες (με riffs που εναλλάσσονται από τελείως χύμα σε απολύτως ρυθμικά και απο εκεί σε groov-άτα όσο τα αντίστοιχα του Dimebag Darrel), grind-core αγριότητας όμοια μόνο με τα τα δύο πρώτα κορυφαία άλμπουμ των Napalm Death και φωνητικών στα όρια του black metal να σου ξεσκίζουν τ΄αυτιά. Το emocore παιγμένο όσο πιο χύμα και κάφρικα γίνεται ! Το σφυροκόπημα συνεχίζεται ακριβώς μέχρι εκεί που πρέπει και στην κατάλληλη στιγμή ένα ξαφνικό γύρισμα δίνει χώρο στην πιο αφαιρετική πλευρά των Cleaner. Οι τέσσερις μουσικοί σταματούν την παραμόρφωση στις κιθάρες οι οποίες ηχούν οικεία ξεκούρδιστες, όπως αυτές των Sonic Youth στο Confusion is Sex, ενώ ο Tsuyoshi Yoshitake αφήνει κατά μέρος τις στριγγλιές και το μικρόφωνο για να επιδωθεί σ΄ένα εξαιρετικά σύντομο αλλά ταιριαστό σόλο τρομπέτας. Το τέλος του φοβερού αυτού κομματιού έρχεται με μια ακόμη ανατροπή : ένας σκοτεινός και αρρωστημένος Korn-ικός ψίθυρος (βλ. "Daddy", από το πρώτο τους άλμπουμ φυσικά !) με ξεψυχισμένα φωνητικά στα όρια του λυγμού και αργά ατμοσφαιρικά χτυπήματα των drums σαν μεταλλικά σφυριά σε υπόγειο βιομηχανικού κτιρίου.
Κι αν αναρωτιέστε γιατί ανέλυσα τόσο διεξοδικά το κομμάτι αυτό, είναι γιατί συνιστά και τη μόνη ενδιαφέρουσα στιγμή του δίσκου. Tα εναπομείναντα λεπτά της διάρκειας του Shikisai Tenkan (που περιλαμβάνει οκτώ συνολικά κομμάτια εκ των οποίων τα δύο είναι live bonus tracks !) μας παρουσιάζουν τους Cleaner υπερβολικά κουρασμένους και με τάση αναμασήματος των στοιχείων που παρατηρήσαμε στα δύο πρώτα κομμάτια, χωρίς όμως να εμφανίζουν την ποιότητα του Hai. Έχουμε και λέμε : αβαθείς (λόγω απουσίας μπάσου από το line-up) και παραμορφωμένες επιθέσεις hardcore λύσσας που ακροβατεί μεταξύ του grindcore ιδιώματος και του emo των συμπατριωτών τους Envy (ιεροσυλία, μιας και οι Envy είναι ίσως το δυναμικότερο και πιο εμπνευσμένο rock συγκρότημα του καιρού μας). Ένα βασανιστικά μακρύ post-rock πέρασμα με παιδικούς αρπισμούς ακουστικής κιθάρας να προσπαθεί να ισορροπήσει (μάταια) την μπαγιάτικη κάπως punk εικόνα τους. Κάποιες λίγο πιο συμπαθητικές sludge "κακοφωνίες" (Iron Monkey, τους θυμάται κάποιος ; Kι άλλη ιεροσυλία !) και ολίγη από άτεχνο no wave punk rock (κουλές κιθάρες, ό,τι να΄ναι παίξιμο και slide στην εξάχορδη λες και σφουγγαρίζεις το πάτωμα) και αυτό ήταν ! Το cd έφτασε στο τέλος του χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις και ενώ εσύ περίμενες ακόμη ένα ξέσπασμα του βεληνεκούς του Hai !
Yποτίθεται ότι οι Cleaner παρουσιάζουν τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν ηχητικά τα χρώματα της ίριδος. Τώρα ή παίρνουν πολύ βαριά ναρκωτικά (π.χ. στην εκκλησία που πηγαίνουν, μιας και το δελτίο τύπου πληροφορεί πως είναι χριστιανοί (;!;!), αντί για αντίδωρο τρώνε μανιταράκια κι ο παπάς λιβανίζει με μαριχουάνα) ή η όραση τους έχει υποστεί βλάβη τέτοια που τους εμποδίζει να ξεχωρίσουν τα χρώματα. Κι αυτό γιατί τα κομμάτια μοιάζουν πάνω κάτω μεταξύ τους χωρίς να είναι και τίποτα το ιδιαίτερο ως συνθέσεις (ανέφερα πολλάκις τη μοναδική εξαίρεση), ενώ ταυτόχρονα είναι σχεδόν αδύνατο να σου μείνουν στο μυαλό. Πάντως αναγνωρίζεις στους Cleaner ένα συμπαθητικό, ίσως και γραφικό εν μέρει, punk attitude που λείπει από τους περισσότερους πρωταγωνιστές του χώρου, ενώ ανιχνεύεις και μια δυναμική για περισσότερα καλύτερα πράγματα στο μέλλον. (Kώστας Παπαθανασίου)


