
Πόσο πολύ μπορεί ένα cd να σε κάνει να ξενυχτήσεις ένα ολόκληρο βράδυ μουρμουρίζοντας συνέχεια την ίδια μελωδία ; Πόσο συχνά ένας επαναλαμβανόμενος ρυθμός στριφογυρίζει στο μυαλό σου τόσο έντονα που να μη σε πιάνει ύπνος ; Έχοντας την φαεινή ιδέα να ακούσω το νέο άλμπουμ των Fort Lauderdale λίγο πριν κοιμηθώ, αντιμετώπισα τις συνέπειες : ούτε 6 καλά-καλά κλεισμένες ώρες ύπνου και ένα τεράστιο χαμόγελο το πρωί που ξύπνησα λες και είχα κοιμηθεί με την Νίκη Κάρτσωνα και τη Μόνικα Μπελούτσι αγκαλιά. Όχι, το Pretty Monster δεν ενδείκνυται ως το ιδανικό σάουντρακ για "νυχτερινές δραστηριότητες", αν αυτό νομίζετε ότι υπονοώ. Ότι σου αφήνει ένα ελαφρό αίσθημα ονείρωξης πάντως, ναι, θα είμαι ειλικρινής και θα απαντήσω καταφατικά.
Κι αν το πρώτο άλμπουμ των Βρετανών αυτών πρωτοξάδελφων των Flaming Lips με τίτλο Time is of the Essence ακουγόταν σαν ένας μουσικός αναχρονισμός, το νέο τους άλμπουμ μας πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, σε εποχές που συνορεύουν χρονικά με την πλειστόκαινο περίοδο του ροκ. Διαστροφή, θα μου πείτε, και δικαίως. Γιατί κι εγώ ομολογώ ότι έχω κόψει τον ομφάλιο λώρο που με συνέδεε με εκείνη την περίοδο, παρόλο που για πολλά χρόνια μου κράτησε άριστη συντροφιά - τόσο πολύ που σκέφτομαι την άλλη βδομάδα να δω ακόμα και τους Splinter Group του αξιοσέβαστου Peter Green για δεύτερη φορά στη ζωή μου. Βουτηγμένο στην ψυχεδέλεια των τελειωμάτων της δεκαετίας του '60 και στο prog-glam ροκ των αρχών της επόμενης, το Pretty Monster συνδυάζει εξίσου "ομαλά" - αυτή είναι η λέξη κλειδί - τις εμμονές του γκρουπ τόσο στον Γάλλο μουσουργό Έρικ Σατιέ όσο και στη μουσική παρακαταθήκη του Midge Ure. Με επιρροές που ξεκινάνε από τον Debussy (ιδιαίτερα κάποια γυρίσματα μου θύμισαν την επική του "Θάλασσα"), περνάνε απ΄τον Serge Gainsbourg (το Cabbage Head το έχουν σίγουρα λιώσει στο παίξιμο) και φτάνοντας μέχρι τους... Quicksilver Messenger Service, καταφέρνουν να φτιάξουν ένα δίσκο ιδανικό για παρεούλα δίπλα στο τζάκι με λικέρ και λοιπά εδώδιμα - και τη Μόνικα με τη Νίκη να εκτελούν πάντα χρέη οικοδέσποινας.
ΟΚ, για να ξεμπερδεύω σας το λέω εξαρχής : αν ο Vivian Stanshall έκανε "περιοδεία" με τον Zappa και τον Don Van Vliet (τον ξέρετε ίσως ως Καπετάνιο Μπιφτεκοκαρδιά) στα "παραισθησιογόνα" χωριά του Νομού Μεσσηνίας, ίσως να έφταναν όλοι μαζί το επίπεδο σουρεαλισμού που έχουν καταφέρει οι δύο Fort Lauderdale να εμποτίσουν στα 14 τραγούδια του cd. Κλείσαμε το κεφάλαιο Το Λυσεργικό Οξύ και η Επίδραση του στη Δημιουργία Μουσικών Πονημάτων και προχωράμε ακάθεκτοι. Η περιήγηση μας στα 30 τελευταία χρόνια της ροκ ιστορίας ξεκινάει με το lo-fi-jazz-tripy του εναρκτήριου "Insane Overdrive", περνάει από την νεοκλασσική μπαλάντα "Prey to the Stars" - κάτι σαν τους T-Rex να τζαμάρουν στα γενέθλια του Rod Stewart (όπου Stewart βάλτε οτιδήποτε άλλο συνώνυμο του βρετανικού μπλουζ εκείνης της περιόδου) - και φτάνει μέχρι το Κεφάλαιο Νο 3 : Πως να Καταφέρετε να Ακούγεστε Ακριβώς σαν τον Brian May και να Παίζετε τις Δισολίες που Ακούγονται στο Sheer Heart Attack. Nαι, έτσι ακριβώς ηχεί το "Best Days", αλλά μεταξύ μας δεν νομίζω ο Brian να παρεξηγηθεί. Το πολύ-πολύ να μην μεσολαβήσει προκειμένου κάποια στιγμή να παίξουν με τους... Boyzone (Tο ακούς Φάουστ ; Kι άλλοι μετά από σένα πούλησαν την ψυχή τους στο Διάβολο...).
Kι εδώ ξεκινάνε τα πολύ καλά : Το "My Vacant Mind", ένα κολάζ νεοψυχεδελιζόντων ηχοτοπίων, χαμένο μέσα στη φλοϊντική ποιότητα και στην μπιτλική του μελωδική του σφραγίδα, σε πάει βολτούλα στον Κάμπο με τις Φράουλες δίπλα στον ποταμό Μέρσεϊ. Εφαπτόμενο ηχητικά σχεδόν μαζί του, το "May the Scene Last a Thousand Years", ένα "φεύγα" παραμυθένιο track που κουβαλάει στις πλάτες του τόσο τα σύνθια ενός Rick Wakeman από τα sessions του ...Close to the Edge, όσο και τη μελωδική ευαισθησία ενός John Barry. Μαζί αποτελούν το ομορφότερο εξάλεπτο του cd. To 70's Vegas funk "Sexy Creature" με την πανέξυπνη εναλλαγή οργάνου/κιθάρας προσθέτει την sleazy πινελιά στο δίσκο, το γαργαντουανικό "Hello it's me" φέρνει στο νου ρουστίκ εικόνες που μόνο οι Strawbs τόλμησαν να δημιουργήσουν 30 χρόνια πριν στο Hero and Heroine, και το κλίμα του Forever Changes και Pet Sounds εγκαλείται με σφραγίδα εισαγγελέα στο ονειρικό "Out of the Ether".
Να σου και οι αναβιωτές του jump boogie rock της δεκαετίας του 70, να οι μπασογραμμές του Deacon και οι κιθαριές του φίλτατου Eddie Van Halen στο "Rock'n'Roll", πανταχού παρόντες και οι Grateful Dead να κάνουν αρμένικη βίζιτα στο σπίτι του Stravinsky στο "Silent Ways" (ανίερη ένωση, το ξέρω, και ακόμη αναρωτιέμαι τι μουσικό τέρας θα προέκυπτε από αυτήν...). Το άλμπουμ κλείνει θριαμβευτικά, σχεδόν όπως άρχισε δηλαδή, με το "Force of Nature" και το ομώνυμο τραγούδι του cd να διατρανώνουν την άποψη απανταχού των ακροατών τους ότι οι Αξιότιμοι Κύριοι Webster και Jenkins δεν στέκουν καθόλου καλά στα μυαλά τους. Stereolab-ικές φιλοδοξίες μπλέκονται με τις άναρχες μελωδικές γραμμές των Penguin Café Orchestra και την χρωματοσωματική μουσική ανωμαλία των Can και των Neu.
Tο σινγκλάκι The Chilling Place αν και με βρίσκει ασύμφωνο ως προς την επιλογή του ως κράχτη του εν λόγω cd, εντούτοις δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ανακαλεί εικόνες αγγλικότητας βγαλμένες από μυθιστόρημα της βικτοριανής εποχής του Όσκαρ Ουάιλντ. Μπαρόκ ατμόσφαιρα, τρελές, φρενιασμένες κιθάρες να σπάνε την μονοτονία που και που - ακριβώς δηλαδή σαν τις ατάκες του Όσκαρ - και σαξόφωνα εκτός ελέγχου να ζουν στο δικό τους κόσμο (ίσως γι΄αυτόν το λόγο το δελτίο Τύπου να ισχυρίζεται ότι "this is currently the best selling single on mars"). To b-side του "She's in a Bloom" έχει μια διεστραμμένη ομορφιά που μοιάζει... (Παύση... Απαντήστε εσείς : Τι διεστραμμένο βγήκε πριν σχεδόν 40 χρόνια ; α) Το ομώνυμο άλμπουμ των Gerry and the Pacemakers, β) η Μπανάνα των Velvet, γ) ο Jose Feliciano), ενώ το "Incantation" είναι η δική τους άποψη για το πώς θα έπρεπε να παίζεται ένα ξεχασμένο electro-dirty κομμάτι του Bruce Haack.
To μόνο μειονέκτημα που προέκυψε μετά από σχεδόν ένα μήνα αέναης ακρόασης είναι ότι πολλάκις το δίδυμο μοιάζει σαν να μην μπορεί να παντρέψει επιτυχημένα την διάθεση του για τους passé τόνους μιας "εβδομηντίλας" (sic) και της ταυτόχρονης επιθυμίας τους να παίξουν με τα σύγχρονα "μπλιμπλίκια", τα οποία βέβαια γνωσιακά κατέχουν και με το παραπάνω, αλλά κάπου μοιάζει σαν να μετανιώνουν που έπαιξαν με αυτά και να ζητάνε σιωπηλά συγγνώμη για την χρησιμοποίησή τους. Άλλοτε ο συνδυσμός "σκοτώνει" και η μουσική αποκτά μια κιμηματογραφική ποιότητα, άλλοτε όμως μοιάζει να πελαγοδρομεί. Η μουσική βιομηχανία έχει ανάγκη όμως από τέτοιες μπάντες, που όχι μόνο να γράφουν καλή μουσική και να την πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα, αλλά κυρίως να διαθέτουν έναν άκρως αναγνωρίσιμο ήχο, ένα μουσικό σήμα κατατεθέν. Αλλά τι να περιμένεις από ένα ζευγάρι μουσικών που παραδέχονται τόσο απροκάλυπτα ότι "...actually we find Prokofiev quite psychedelic" ; (Κωνσταντίνος Τσάβαλος)

