Το ηχητικό περιβάλλον που πλέκουν οι Logh στο The Raging Sun είναι συναισθηματικά τόσο μεστό ώστε καθίσταται ενίοτε αποπνικτικό. Και πιστέψτε με, θα χρειαστεί να καταβάλετε μεγάλες προσπάθειες προκειμένου να μη σας απορροφήσει η δίνη της μελαγχολίας που αναδύεται απ΄τα δέκα κομμάτια του δίσκου.
Στο The Raging Sun η φωνή του Mattias Friberg είναι απέριττη και εξόχως ενδοστρεφής, χωρίς εξάρσεις μελοδραματισμού. Πρόκειται για φωνή η οποία, συνεπικουρούμενη απ΄τις κιθαριστικές συγχορδίες, έπαψε πιά να φέρει τη χροιά της θλίψης γιατί φέρει πλέον αυτήν της απόγνωσης, απόγνωση που ως προς τις εκφραστικές τις παραλλαγές εκδηλώνεται μόνο κατ΄εξαίρεση ως οργή (The Bones of Generations), περιοριζόμενη κυρίως στην υποτονική, σχεδόν απαγγελτική, εκφορά στίχων, κάτι σαν μουσικά ενδεδυμένη ανάγνωση ποίησης του Σαχτούρη.
Στο δεύτερο αυτό lp των Σουηδών, η εκτέλεση κι ο ήχος παραπέμπει στο lo-fi, ο ζόφος της ατμόσφαιρας που κεντάει το σχήμα φέρει κάτι απ΄το emo/post-punk των Hϋsker Dϋ και το πρώιμο grunge στις ακουστικές του εκφάνσεις, ενώ επιρροές στη μουσική τους φαίνεται να έχουν ενσταλάξει επίσης οι Replacements και οι Pixies, οι Nirvana, o Smog και οι Tindersticks, ενώ ορισμένοι ενδέχεται να παρατηρήσουν ότι το The Raging Sun ακούγεται σαν μια unplugged και λιγότερο πειραματική εκδοχή του OK Computer (κυρίως όσον αφορά τα συνοδεία πιάνου αργόσυρτα κομμάτια). Θα΄λεγα εντέλει πως πρόκειται για μουσική που συνειρμικά εκτυλίγει μπροστά μας εικόνες υποβαθμισμένων περιοχών αστικής μεγαλούπολης, καθότι μουσική δωρική και ιδιαίτερα παγερή.
Μ΄αυτή την κυκλοφορία ο πήχης τίθεται αναντίρρητα ψηλά για τους Logh και δεδομένου ότι μέχρι τώρα ούτως η άλλως ανοδική πορεία διέγραφαν, μετά βίας συγκρατούμε την ικανοποίηση που γεννά η προσδοκία των επόμενων δίσκων τους. (Γιάννης Γεωργακούδης)

