
Eίχα την ευκαιρία να τους δω live τον Οκτώβριο και οφείλω να ομολογήσω πως η εμπειρία δεν υπήρξε συγκλονιστική. Δεν ευθύνεται πάντως το σχήμα, που κατέβαλλε φιλότιμες προσπάθειες και είχε επαρκέστατη σκηνική παρουσία. Απλώς, η ποιότητα του ήχου, ήδη υποθηκευμένη απ΄την κακή ακουστική της αίθουσας, υπήρξε εκείνο το βράδυ θλιβερή, κάτι που δεν βοήθησε το γκρουπ να κερδίσει τους παριστάμενους και με ανάγκασε, μετά το πέρας της συναυλίας, να γυρίσω σπίτι προκειμένου να αποκαταστήσω τις θετικές εντυπώσεις που είχε δημιουργήσει πριν μερικές βδομάδες η βιαστική ακρόαση του Glamoroso.
Κι όντως, επί δίσκου τα πράγματα είναι αισθητά διαφορετικά : και οι προθέσεις του σχήματος γίνονται σαφέστερες και τα μέσα που επιστρατεύουν για να τις εκδηλώσουν είναι πλέον πιο ευδιάκριτα. Στη συμβολή του ροκ των δυσαρμονικών μα συνάμα λυρικών κιθαριστικών μπαράζ που εξασκούσαν οι Dinosaur Jr. και της noise απορρύθμισης των Pussy Galore, καπού μεταξύ του πρώιμου emo των Hüsker Dü και της progressive εκδοχής του post/emocore που προάγουν οι Mars Volta, σ΄αυτήν περίπου την περιοχή επέλεξαν να δράσουν οι Loisirs. Λέω περίπου, γιατί στη περίπτωση των Γάλλων δεν δικαιούμαστε πάντως να μιλάμε ούτε περί κεκτημένων βεβαιοτήτων. Tα πλήκτρα, επί παραδείγματι, εκφράζουν τάσεις στυλιστικής απόσχισης, αφού προδίδουν πολλάκις τo ροκ για χάρη μιας πρωτογενούς electronica, ενώ και ο δίσκος στο σύνολό του διαπερνάται από έναν γλυκό αέρα νεανικής ανεμελιάς που τον καθιστά αρκετά popy και ως εκ τούτου συγγενή των αμερικανικών emo rock καμωμάτων, μολονότι δεν απαρνείται εντελώς τις θεμελιώδεις αρχές/προϋποθέσεις της emocore δημιουργίας, ήτοι δυσθυμία, ενδοσκόπηση, οργή, εξομολόγηση... - ίσως στο πλαίσιο της μερικής αυτής απόκλισης απ΄την νόρμα του emocore να μπορούσε κανείς να κατανοήσει και την επιλογή του γκρουπ να ονομάσει ένα απ΄τα κομμάτια του δίσκου ..."Trezegoal" (προσωνύμιο του γάλλου επιθετικού της Γιούβε).
Εκτός πάντως από εκκεντρικούς τίτλους, οι Loisirs συμβαίνει να έχουν και εμπνευσμένες συνθέσεις, οι οποίες επιπλέον αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου. Εκ των ων ουκ άνευ και η εναλλαγή φωνητικών (ξέρετε, στο emocore συμβαίνει οι βοκαλίστες να είναι κατά περίπτωση πολύ ευαίσθητοι ή εξαγριωμένοι, όπως λ.χ. στις ανακρίσεις οι ανακρίνοντες διαμοιράζονται τους ρόλους του καλού και του κακού), ενώ η ταχύτητα των κομματιών υφίσταται εκείνες ακριβώς τις αυξομειώσεις που είναι απαραίτητες προκειμένου να διατηρηθεί έντονο το ενδιαφέρον του ακροατή. Οι μελωδίες τους είναι συγκινητικές όταν αυτοί επιδιώκουν να είναι τέτοιες ("Pâquerette", "Nightshift"), οι κιθαριστικές κακοφωνίες τους είναι απόλυτα χαoτικές και συνταρακτικές όταν αυτοί προτιμούν να είναι τέτοιες ("85") και τα κομμάτια τους γίνονται ιδιαίτερα κατευναστικά όταν αυτοί κρίνουν πως θα΄πρεπε να΄ναι τέτοια ("-", "Semaphore"). Εν ολίγοις, οι Loisirs φαίνεται να ασκούν απόλυτο έλεγχο επί του εκάστοτε ποθητού αποτελέσματος και μας χαρίζουν έναν δίσκο που πιστοποιεί την δημιουργική ακμή της σύγχρονης αγγλόφωνης underground γαλλικής σκηνής, στην οποία δείχνουν απόλυτα ικανοί να διεκδικήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο. (Γιάννης Γεωργακούδης)


