Σε αντιδιαστολή με την πλέον επικρατούσα άποψη, συγκαταλέγομαι σ΄αυτούς που πίστευαν ότι οι Ministry κυκλοφόρησαν τις πιo ενδιαφέρουσες δουλειές τους μετά το Psalm 69. Είναι συνεπώς εύλογο πως για ένα γκρούπ που διεκδικεί τον τίτλο τού σημαντικότερου industrial σχήματος της παρελθούσας δεκαετίας, ένα τέτοιο lp συνιστούσε για μένα δισκογραφικο γεγονός υψηλής εικαζόμενης καλλιτεχνικής αξίας. Το Animitosisomina δεν διέψευσε επ΄ουδενί τις προσδοκίες μου και απέδειξε ότι οι Jourgensen και Barker - αμφότεροι γύρω στα 45 παρακαλώ - εμφανίζονται πιο εμπνευσμένοι από ποτέ. Κατόρθωμα, αν αναλόγιστουμε πως η εμπορική επιτυχία και οι συμβιβασμοί που αυτή επιφέρει καθιστούν το ροκ έναν εξαιρετικά ύπουλο χώρο, όπου η δημιουργικότητα είναι συνήθως βραχύβια υπόθεση.
Κάτι τέτοιο δεν αφορά τους θορυβοποιούς του Σικάγο και αυτό φροντίζουν να μας το καταστήσουν σαφές ευθύς αμέσως : τo εναρκτήριο Animosity συμπεριλαμβάνεται στις ευτυχέστερες στιγμές του δίσκου αλλά και της καριέρας των Αμερικανών. Ταχύ και άμεσο, καταφέρει χτύπημα στο ηλιακό πλέγμα, παραμπέμποντας στα πλέον ακατέργαστα έργα του γκρούπ. Κατα τα άλλα, το κομμάτι δεν είναι υφολογικά απολύτως αντιπροσωπευτικό του σύνολου δίσκου, ο οποίος γίνεται σταδιακά αρκετά σύνθετος, αποκαθιστώντας έτσι και κάποια συνέχεια με το προηγηθέν Dark Side of the Spoon. Tα Unsung και Piss που ακολουθούν είναι κομμάτια που αναλαμβάνουν να διαδραματίσουν μεταβατικό ρόλο, εισάγοντας μας δειλά-δειλά στο κλίμα των τελευταίων τίτλων. Το Lockbox είναι σύνθεση μεγάλης εντασιακής ισχύος και απ΄τις κορυφαίες του δίσκου. Στα εναπομείναντα τραγούδια, η ατμόσφαιρα που κεντάνε με εξαιρετική μαεστρία τα samples, τα τύμπανα και τα παράφρονα riffs προσλαμβάνει σταδιακά εφιαλτικό χαρακτήρα : ποτέ άλλοτε οι Ministry δεν μας είχαν βουτήξει σε μια εξίσου υποβλητική ηχητική δίνη, ποτέ άλλοτε η μουσική τους δεν είχε ανάλογη καθηλωτική δύναμη. Μεταξύ των τίτλων αυτών, επισημαίνουμε τη διασκευή του Τhe Light Pours Out of Me των Magazine, το οποίο το γκρούπ έπαιζε live συχνά-πυκνά, καθώς και το αριστουργηματικό Impossible, σύνθεση όπου ξεδιπλώνεται όλη η ενορχηστρωτική ευφυία του ντουέτου.
Eν κατακλείδι, μετά από 54 λεπτά ακρόασης, στέκομαστε ορισμένα λεπτά αμήχανοι προσπαθώντας να συλλάβουμε πλήρως το ηχητικό γεγονός που εκδηλώθηκε και έχοντας την ενδόμυχη πεποίθηση πώς ο επόμενος καλύτερος industrial δίσκος θα΄ναι πιθανότατα και ο επόμενος δίσκος των Ministry. (Γιάννης Γεωργακούδης)

