Μόνο στην Ελλάδα, νομίζω, μπορούμε να κατανοήσουμε επαρκώς το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Saal Drei, τη στιγμή που το ντεμπούτο τους καταφέρνει να βρεί την πολυθρύλητη (και από πολλούς "μεσάζοντες") υποσχόμενη διεθνή διανομή, σχεδόν τρία χρόνια μετά την ηχογράφησή του. Το πρόβλημά τους οξύνεται αν λάβουμε υπόψη πως εκτός του ότι η ίδια η μπάντα το πιθανότερο είναι να έχει "απομακρυνθεί" από το εν λόγω υλικό, έχοντας προχωρήσει -όπως είναι φυσικό, λογικό και επιθυμητό- παραπέρα, έχει χαθεί για πάρτη τους και το πάντα απαραίτητο timing με τα μουσικά πράγματα.
Πρίν από τρία χρόνια, βλέπετε, οτιδήποτε είχε να κάνει με εγκεφαλικό ηλεκτρονικό ήχο θεωρούνταν "απαραίτητο" άκουσμα. Το Wire ξαφνικά βρέθηκε στα χέρια όλων, και το ΝΜΕ ανακήρυσσε τους Dat Politics μπάντα της εβδομάδας. Σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει, οι "εγκέφαλοι" κλείστηκαν και πάλι στο συρτάρι και στην post 11/9 γενιά σερβίρεται αγνό, ανόθευτα βρώμικο και δήθεν επικίνδυνο punk'n'roll για να έχει να χτυπιέται. Οι διανοούμενοι και οι σκωπτικοί της μουσικής έγιναν και πάλι ντεμοντέ, "βαρετοί" και "επαναλαμβανόμενοι" (εν μέρει όχι άδικα).
Ξέφυγα πάλι και είναι ώρα να μπώ στο θέμα...
Κάθε καλός δίσκος όμως -όπως μας μάθαιναν και στο σχολείο- μπορεί και πρέπει να ακούγεται ανά πάσα στιγμή και συγκυρία. Και είμαι σίγουρος ότι το ακροατήριο εκείνο που once in a lifetime γοητεύτηκε από "σπασίκλες" του τύπου Tarwater, To Rococo Rot, Broadcast, Kreidler, κλπ. αξίζει να επενδύσει ώρες ακρόασης στο "Φώς" των -ω, τι έκπληξη !- Γερμανών Saal Drei. Έχοντας στα φωνητικά μια κυρία που αποκαλεί εαυτόν Bobo (από ένα ψιλοcult -επίσης γερμανικό- γκρουπάκι που με το όνομα Bobo in the Wooden Houses και έναν συμπαθή ομώνυμο δίσκο έκανε μια σχετική αίσθηση πίσω εκεί στα 90s...) και διαθέτοντας ακαδημαϊκού επιπέδου μουσικές γνώσεις και ικανότητες, αν και καθυστερημένα σίγουρα δεν περνούν απαρατήρητοι.
Έχοντας ως ιδανικό τις new age απόψεις (τύπου Garbarek και Philip Glass) περί ατμοσφαιρικού ήχου, με μια δόση από πνευματιστικό υπόβαθρο στην όλη ατμόσφαιρα, οι Saal Drei κινδυνεύουν εν πρώτοις να απομακρυνθούν επικίνδυνα από τον μέσο ακροατή. H guest βοκαλίστρια τους όμως σώζει την κατάσταση, καθώς όταν δεν κάνει ασκήσεις ορθοφωνίας (όπως στο εναρκτήριο "Erwachen"), εξυψώνει τις συνθέσεις σε επίπεδο που θα ζήλευαν αρκετές συνάδελφοί της. Και, όπως θα διαπιστώσουν άμεσα οι υποψιασμένοι, χρησιμοποιεί τη φωνή της με την μέθοδο "Liz Fraser" (η φωνή-όργανο κ.ο.κ.). Και ο Μηνάς Γκέκας βέβαια έσπαγε τη μέση του στο μπάσιμο, ο Γκάλης όμως δεν ανησυχούσε τόσο γι΄αυτό...
Ο δίσκος κυλάει απολαυστικά, σκοτεινά και αργόσυρτα, οι ρυθμοί των Saal Drei σπάνια ξεφεύγουν απ΄τη μακάβρια υποτονικότητα, που φαίνεται να λατρεύουν οι δημιουργοί τους, και οι όποιες στιγμές έντασης είναι φανερό ότι αφήνονται στις φωνητικές πρωτοβουλίες της Bobo. Όπως συμβαίνει συνήθως, ορισμένα απ΄τα instrumental βρίθουν ιδεών και εμπνευσμένης ανάπτυξης, ορισμένα άλλα πάλι αρκούνται στο ρόλο του "γεμίσματος". Κάτι τέτοιους δίσκους όμως συνήθως τους κατεβάζεις από το ράφι για να τους ακούσεις ολόκληρους, και όχι για τα τρία μαγικά λεπτά ενός τραγουδιού. Και στις εκτενείς ακροάσεις το Licht είναι που πραγματικά αναδεικνύει τις αρετές του, σαν κάθε γνήσιος wanna-be στοιχειωμένος δίσκος. Αν και το Nackt στέκεται στη μέση, σαν το νευρώδες αριστουργηματάκι του δίσκου που περιμένει να καταξιωθεί από μόνο του !
Επειδή λοιπόν -για να γυρίσουμε εκεί απ΄όπου ξεκινήσαμε- η ελληνική μουσική μπίζνα μας έχει μάθει σε ανάλογες καθυστερήσεις και επ΄αόριστον αναβολές, οφείλουμε να κάνουμε δεκτή την εκπρόθεσμη αίτηαη των Saal Drei για κατανυκτικές μεταμεσονύκτιες ακροάσεις, αποζημιώνοντας και τις προσπάθειες τους, αλλά και τις δικές μας ανάγκες ουσιαστικής ακρόασης (αυτή η...ιατρική έχει αλλοιώσει τη σκέψη μου, τελικά !) (Άρης Καραμπεάζης)
