Για να τοποθετήσουμε το πλαισίο της κυκλοφορίας του ομότιτλου αυτού lp των Throwing Muses, σημειώνουμε ότι έρχεται 7 χρόνια μέτα το Limbo, που επρόκειτο να αποτελέσει και τον αποχαιρετιστήριο δίσκο του σχήματος. Αναφέρουμε επίσης ότι κυκλοφορεί ταυτόχρονα με το The Grotto, την πέμπτη solo προσπάθεια της Kristin Hersh, κιθαρίστριας/τραγουδίστριας και ιθύνοντα νού των T. Muses.
Τι είναι όμως αυτό που δικαιολογεί αυτή την απρόσμενη όσο και ευπρόσδεκτη επιστροφή ; Η μάλλον, προς τι η δισκογραφική απραγία τόσων χρόνων ; Οι ίδιοι επικαλούνται το μη προσοδοφόρο χαρακτήρα της συμμετοχής τους στο γκρούπ και προσωπικά δεν έχω κανένα λόγο να τους διαψεύσω, αφού ο εν λόγω δίσκος καταδεικνύει πως οι τρείς μουσικοί δεν εξαντλήσαν ως Throwing Muses τις δυνατότητες της καλλιτεχνικής έκφρασης τους. Τουναντίον μάλιστα, θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι το Throwing Muses ξεπερνά κι αυτό ακόμη το Limbo, την κατ΄εμέ πιο ολοκληρωμένη πρόταση του συγκροτήματος ως τη διάλυση του το 1997.
Τον δίσκο ανοίγει το καταπληκτικό Mercury, κομμάτι που διεκδικεί θέση μεταξύ των 5 ομορφότερων συνθέσεων των Muses. Bασίζεται στην αιφνίδια εναλλαγή ενός γοργού, punky tempo, και ενός αργότερου μέρους, τα οποία συγκερνώνται σ΄ένα εξόχως αέρινο ρεφρέν. Στο Pretty Not που ακολουθεί, το γκρούπ κατεβάζει ταχύτητα, βρίσκουμε όμως εκ νέου την εναλλαγή tempο καθώς και τα ογκώδη, σχεδόν βαρυμεταλλάδικα riffs που χαρακτηρίζουν εξάλλου μεγάλο μέρος του δίσκου. Στο Civil Desobedience πλέον, το σχήμα έχει αποσαφηνίσει εν πολλοίς τον νέο ηχητικό του προσανατολισμό : ο διεστραμμένος grunge λυρισμός που επιβίωνε στις κιθαριστικές συγχορδίες προηγούμενων δίσκων έχει εδώ παραχωρήσει τη θέση του σε μια προσέγγιση τόσο ευθεία και επιθετική όσο περίπου θα άρμοζε σ΄ένα punk σχήμα. Το Throwing Muses ξεχειλίζει, ωστόσο, συναισθήματος, χάρη στην έξοχη ερμηνεία της Hersh και τις καλές έως υπέροχες μελωδίες που ξεπηδούν εδώ και εκεί, απ΄την αρχή ως το τέλος του δίσκου. Εκ των υπόλοιπων τίτλων του δίσκου, περίοπτη θέση στην έως τώρα συνθετική παραγωγή του γκρούπ ενδέχεται να καταλάβουν τα Speed and Sleep, με την εξαίρετη μελωδική γράμμη που εισάγει το μπάσο, καθώς και το Epiphany, ένα μελαγχόλικο, σχεδόν πένθιμο κομμάτι σπάνιας ομορφιάς.
Θα κλείσω επαναλαμβάνοντας πώς το Throwing Muses σηματοδοτεί κατ΄εμέ το ζενίθ της καριέρας των Muses. Ελπίζω μόνο η πιθανολογούμενη επικείμενη διάλυση τους να μη το καταστήσει και το κύκνειο άσμα τους. (Γιάννης Γεωργακούδης)

